Στις 16/01/1859 ο Φιλικός, ηγέτης και απομνημονευματογράφος της Επανάστασης του 1821-1830, Κυριακός-Καλλίνικος Κριτοβουλίδης (1792-1868), γράφει : «Η ιστορία είναι το ταμείον όλων των παρελθουσών πράξεων των ανθρώπων, από την οποίαν χρεωστούν οι μεταγενέστεροι να διδάσκονται άξια μιμήσεως έργα, να αποφεύγωσιν τα φευκτέα και να διορθώνονται από τα λάθη και τας απερισκεψίας των προγενεστέρων».

Ακολουθώντας τις έμμεσες συμβουλές του, θα αναφερθούμε (όσο οι περιορισμοί ενός άρθρου μάς επιτρέπουν) στις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες που επικρατούν στην Κρήτη από το 1645, που το νησί (πλην του Χάνδακα) υποτάσσεται στους Οθωμανούς.

Οι συνθήκες αυτές σκληραίνουν ακόμη περισσότερο μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη (1770), η οποία ίσως δεν θα ξεσπούσε, αν δεν υπήρχαν τα «Ορλωφικά», μέρος των οποίων αποτέλεσε. Εξαιτίας αυτών των φοβερών συνθηκών η Επανάσταση του 1821 έμοιαζε παράλογη αποκοτιά, μια τρέλα.

Γράφει και πάλι ο Κριτοβουλίδης στα απομνημονεύματά του: «Η Κρήτη ήταν ο τόπος της αγριεμένης εις τον υπέρτατον βαθμόν τυραννίας, του κλαυθμώνος και των οδυρμών, η ανομία και η αδικία εγκαθιδρυμένη εκεί… Αδιάκοποι καταδιωγμοί και φόνοι από τον πλέον ποταπώτερον Τούρκον, άνευ ουδεμιάς τιμωρίας…».

Όμως, λίγο μετά την επανάσταση στη Δακία υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, τον Φεβρουάριο του 1821, αποφασίστηκε η έναρξη της Επανάστασης και στην Κρήτη, όπου κήρυξαν τις αρχές της Φιλικής Εταιρείας σπουδαίοι απόστολοί της: πρώτα-πρώτα οι Εμμανουήλ Βερνάρδος το 1819 και Πάγκαλος Βαρνάβας, λίγους μήνες μετά (και οι δυο Κρήτες στην καταγωγή), κάνοντας μέλη της επιφανέστατους κατοίκους του νησιού.

Η Επανάσταση, αν και είχε αποφασιστεί δυο μήνες πριν, ξέσπασε στις 14 Ιουνίου 1821 με τις συγκρούσεις στα Κεραμειά και στον Λούλο Χανίων. Ήταν εγχείρημα δύσκολο, το οποίο όμως διευκόλυναν οι απάνθρωπες συνθήκες δουλείας, πολύ δυσκολότερες από εκείνες της υπόλοιπης Ελλάδας.

Ο ιστορικός Κόκκινος γράφει: «Το φαινόμενον της Επαναστάσεως στην Κρήτη είναι μοναδικόν εις όλην την ιστορίαν του Αγώνος. Ήτο μία έγερσις εγκαθείρκτου και αλυσοδέτου τιτάνος, με μόνην δύναμιν την ελληνικήν του συνείδησιν, την ζωτικότητά του, την φιλοτιμίαν του και την οργήν του».

Μια τρέλα, μια παράλογη αποκοτιά ήταν, όπως υποστηρίζουν και οι σημερινοί ιστορικοί αυτής της περιόδου, που ερευνούν πια όλα τα αρχεία, ακόμη και αυτά που πήραν φεύγοντας το 1923 οι μουσουλμάνοι της Ανταλλαγής. Πράγματι, φαίνεται αδιανόητο ένα νησί του οποίου οι μισοί κάτοικοι ήταν μουσουλμάνοι (30.000 χριστιανικές και 28.000 οθωμανικές οικογένειες) να επαναστατεί.

Η Οθωμανική Κατοχή στην Κρήτη ήταν πιο σκληρή από ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα, επειδή το νησί βρισκόταν μακριά από το διοικητικό κέντρο, δηλ. την Κωνσταντινούπολη.

Οι Τούρκοι φοβούνταν την εσωτερική αντίσταση και επαγρυπνούσαν μήπως οι Βενετοί, που κατείχαν ως το 1715 τη Γραμβούσα, τη Σούδα και τη Σπιναλόγκα, προσπαθήσουν να ανακαταλάβουν το νησί. Αρνητικό ήταν επίσης και το ότι η Κρήτη βρισκόταν μακριά απ’ την υπόλοιπη Ελλάδα.

Βασικό αίτιο της τρομοκρατίας των χριστιανών υπήρξε το καταθλιπτικότατο σύστημα του γενιτσαρισμού, που δημιουργούσε μεταξύ των άλλων κακών και μεγάλη αναρχία στην Κρήτη. Να αναλογιστούμε ότι μόνο στο Ηράκλειο διέμεναν 25.000 αυτοκρατορικοί γενίτσαροι και πάρα πολλοί ντόπιοι, οι οποίοι προέρχονταν από τους φοβερούς Τουρκοκρήτες. Οι σκληρές συνθήκες πολλαπλασιάζονταν με τη φορολογία, που ήταν διπλάσια από εκείνη της άλλης Ελλάδας.

Όλα αυτά οδήγησαν στον εξισλαμισμό και τον κρυπτοχριστιανισμό, φαινόμενα που πήραν μεγάλες διαστάσεις. Στην Κρήτη έχομε περιπτώσεις χωριών, οι κάτοικοι των οποίων ασπάστηκαν όλοι τον μωαμεθανισμό, μαζί με τον παπά τους.

Οι εξισλαμισμένοι περνούσαν στην τάξη των αφεντικών και γίνονταν συνήθως πιο σκληροί και αλαζονικοί απέναντι σε ‘κείνους που κράτησαν την πίστη τους. Γνώριζαν τον χώρο και βοηθούσαν στην κατάπνιξη των επαναστάσεων.

Όμως έχομε και περιπτώσεις όπου αλλάζουν πίστη βίαια. Αρκετοί κρυπτοχριστιανοί επίσης με το ξέσπασμα της Επανάστασης επιστρέφουν στον χριστιανισμό και ενώνονται με τους επαναστάτες, όπως συνέβη με τη λαμπρή οικογένεια των Κουρμούληδων της Μεσσαράς.

Πληγή μεγάλη υπήρξαν οι γενίτσαροι ή «ξεκουκούλωτοι», κράτος εν κράτει, που συχνά απειλούσαν ακόμη και τη ζωή των πασάδων. Έτσι, πολλοί Κρήτες ανεβαίνουν στα βουνά. Είναι οι «Χαΐνηδες» (αραβικά χαΐν = επίβουλος προδότης).

Η ζωή τους είναι συνεχής διαμαρτυρία, παρά τα φοβερά βασανιστήρια που υφίστανται όταν συλληφθούν, όπως το τρομερό «τσιγκέλι». Οι Χαΐνηδες αποτελούν τον πυρήνα των αγωνιστών του 1821.

Αλλά ο Κριτοβουλίδης, που βίωσε τα γεγονότα αυτής της εποχής, μπορεί να μας δώσει με τον καλύτερο τρόπο τις δυσκολίες της Επανάστασης:

«Απροετοίμαστοι και εγκαταλελειμμένοι εις μόνους εαυτούς (οι Κρήτες) εισήλθον εις τον Αγώνα· και ο κραταιός Θεός εδυνάμωσε τους αδυνάτους κατά των δυνατών. Τα πολεμοφόδια δεν ήταν κατ’ αρχάς άλλα ει μη τεσσαράκοντα βαρελάκια πυρίτιδος, ήτοι οκάδες τρακόσιες εξήντα…

Τα βιβλία της εκκλησίας και τα βαρίδια των στατήρων εχρησίμευσαν το πρώτον διά την κατασκευήν χαρτουτσίων και φυσιγγίων. Μετρητά προς τούτοις ήσαν τα όπλα, ουχί βεβαίως πλειότερα των χιλίων διακοσίων, εξ ων μεν Σφακιανών περί τα οχτακόσια».

Όμως οι τυραννισμένες αλλά ανυπότακτες ψυχές των Κρητών ήταν έτοιμες και το έδειξαν. Πάλεψαν άγρια στη δεκαετία 1821-1830 ενάντια στους Τούρκους, μετά δε την άνοιξη του 1824 ενάντια και στους Αιγύπτιους, στην τρίχρονη περίοδο της Γραμβούσας (1825-28), στην απογοήτευση από την ήττα του Φραγκοκάστελλου (Μάιος 1828), στις αιματηρές επιχειρήσεις της ανατολικής Κρήτης από το 1827 και στην αναζωπύρωση της Επανάστασης από τον Ιούλη του 1828.

Άντεξαν και πείσμωσαν ακόμη περισσότερο, όταν η στυγνή πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων άφησε έξω από τη μικρή ελεύθερη Ελλάδα την Κρήτη. Τότε που το νησί μας, μετά τη δεκάχρονη Επανάσταση, βρέθηκε με πολύ μειωμένο πληθυσμό από τον πόλεμο, την αιχμαλωσία και τη μετανάστευση και έπρεπε να αντέξει στη ματαίωση των ελπίδων.

Όμως στην Προκήρυξη του Κρητικού Συμβουλίου στις 22/4/1830 βλέπομε τις Επαναστάσεις που θα ακολουθήσουν επί εβδομήντα χρόνια, μέχρι την απελευθέρωση της Κρήτης: 1841, 1866-69, 1878, 1889, 1897-98:

«Η Κρήτη ήτο και είναι μέρος αδιάσπαστον της Ελλάδος… Ημείς δεν ευρίσκομεν αλλού την σωτηρίαν μας, παρά εις τα όπλα μας και εις αυτόν τον έντιμον θάνατον· και αν η Χριστιανοσύνη μάς παραδώση εις την ασπλαχνίαν των Τούρκων, αφού κατασφάξωμεναπαθώς τας γυναίκας, τα τέκνα και τους γέροντάς μας, ας γενώμεν και ημείς θύματα, αλλά θύματα ένδοξα σταθερότητος και των απαραγράπτων δικαίων μας…»

Αυτά γράφει το Κρητικό Συμβούλιο.

Μέρα λοιπόν δέους, μνήμης και χρέους ιερού η επέτειος της Επανάστασης του 1821. Απέναντι στους χιλιάδες επώνυμους και ανώνυμους μάρτυρες του Γένους, που, πολεμώντας για την πίστη και την ελευθερία τους, εξασφάλισαν τη δική μας.

Μα, ας μη γελιόμαστε. Θα ’ταν ασεβής κοροϊδία οι εθνικές γιορτές, αν οι ίδιοι, ηγεσία και λαός, δεν πολιτευόμαστε με λογισμό και με όνειρο.

Αν δεν είμαστε έτοιμοι να παλεύομε με ιδρώτα και με αίμα κάθε μέρα, για να κερδίζομε την αξιοπρέπεια και την ελευθερία μας, που κινδυνεύουν σήμερα από τον χυδαίο ατομικισμό, την αδιαφορία για την ιστορία μας, τη γλώσσα μας, την εθνική μας συνείδηση. Κι αν δεν δείχνομε, με το καθημερινό παράδειγμα και τον μόχθο μας, δρόμους στους νέους, αντάξιους της αγνότητας και του ασυμβίβαστου της ηλικίας τους.