Με τον τίτλο αυτόν εγκαινιάστηκε την Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2025, στο Μουσείο Ιερών Εικόνων και Κειμηλίων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης, που βρίσκεται στην πλατεία Αγίας Αικατερίνης, μια πρωτότυπη Έκθεση Ζωγραφικής με έργα του γνωστού στο Πανελλήνιο -και όχι μόνο- ζωγράφου και αγιογράφου Γιάννη Μαράβα.

Την έκθεση εγκαινίασε ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Κρήτης κ. Ευγένιος, παρόντων του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Κνωσού κ. Μεθοδίου, του ζωγράφου κ. Μαράβα και πολλών φιλότεχνων.

Τόσο ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος όσο και ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος μίλησαν με τα καλύτερα λόγια για το πρόσωπο και το έργο του ζωγράφου και ευχήθηκαν να έχει μια καλή πορεία και απήχηση στο φιλότεχνο κοινό της πόλης μας.

Η Έκθεση περιλαμβάνει σαράντα (40) περίπου έργα, που ως μοναδικό τους θέμα έχουν τα πρόσωπα-πορτρέτα μοναχών στα διάφορα διακονήματά τους, όπως ονομάζονται τα επιμέρους έργα που ανατίθενται στους μοναχούς για την εύρυθμη λειτουργία του μοναστηριού και που αποτελούν την προσφορά τους στην αδελφότητα.

Ο Γιάννης Μαράβας γεννήθηκε στην Αθήνα, ζει όμως στην Κρήτη εδώ και είκοσι πέντε χρόνια, την οποία αγαπά παιδιόθεν, λόγω και της εκ μητρός καταγωγής του από την μεγαλόνησο.

Έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από είκοσι ομαδικές εκθέσεις, ενώ έχει πραγματοποιήσει δώδεκα ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα. Έχει επιμεληθεί εξώφυλλα βιβλίων και δίσκων μουσικής κι έχει ασχοληθεί παράλληλα με την φορητή εκκλησιαστική εικόνα.

Ο Γιάννης Μαράβας είναι ένας πολυτάλαντος άνθρωπος, αφού, εκτός της ζωγραφικής, έχει ασχοληθεί με την ποίηση, την βιβλιοδεσία, την κρητική λύρα κ.ά. Στο τρίπτυχο που εκδόθηκε για την Έκθεση, ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Κρήτης κ. Ευγένιος γράφει για τον ζωγράφο:

«Ένας από εκείνους τους ταπεινούς και σεμνούς αυτού του κόσμου, ένας που δεν φωνάζει για τα χαρίσματά του, ένας που έχει δεχθεί τα δώρα του Θεού και τα μοιράζει απλόχερα με την τέχνη του, ένας που μέσα στο φιλοτάραχο περιβάλλον διδάσκει με την φιλόκαλη ησυχία του, ένας από εκείνους που πρέπει να ψάξεις για να τους βρεις στα ερημητήριά τους και δεν τους επιβάλλει σε σένα ο συρμός της εκάστοτε κουλτούρας είναι ο ζωγράφος Γιάννης Μαράβας που ζωγραφίζει αγιογραφώντας και αγιογραφεί ζωγραφίζοντας. (…)

Ο Γιάννης Μαράβας έχει τον τρόπο να διδάσκει, να οδηγεί, να ηρεμεί ταραγμένες ψυχές προσλαμβάνοντας στιγμές της ζωής που παραπέμπουν στην αιωνιότητα». Πώς προέκυψε η θεματολογία της Έκθεσης μάς το λέει ο ομότιμος καθηγητής κλασικής Φιλολογίας του Παν/μίου Αθηνών, κ. Μιχάλης Κοπιδάκης, που γράφει στο τρίπτυχο της Έκθεσης:

«Ο Γιάννης Μαράβας που εγκαταβιώνει την τελευταία εικοσιπενταετία κατ’ έναντι της ιστορικής μονής του Αγίου Γεωργίου του Γοργολαΐνη είναι βέβαια κοσμικός ζωγράφος αλλά ωστόσο διόλου αλιβάνιστος.

Έτσι, η γειτνίασή του με την ιερά μονή, η καθημερινή του συναναστροφή με τους μοναχούς και κάποια προδιάθεση τον ωθούν να αναζητά πρότυπα μίμησης στον αμύθητο πλούτο της ορθόδοξης μοναστικής παράδοσης της μνημειακής και της ζώσας. Οι πίνακές του λοιπόν, πορτρέτα, ενδυματολογία και διακονήματα των ορθοδόξων μοναχών, βρίσκονται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο των αισθητικών του αναζητήσεων».

Όποιος επισκεφθεί την Έκθεση θα θαυμάσει σε πρώτο επίπεδο τη ζωγραφική δεινότητα του καλλιτέχνη, ο οποίος επιμένει στη λεπτομέρεια της απόδοσης των προσώπων: ο γενειοφόρος ορθόδοξος μοναχός απεικονίζεται με τέτοια λεπτουργική τέχνη, που νομίζεις ότι είναι έτοιμος να σου απευθυνθεί προσωπικά, να γίνει κοινωνός κι εκείνος της δικής σου παρουσίας.

Πρόσωπα ζωντανά, φωτεινά, με μια εσωτερική δύναμη που συγκλονίζει. Κι όλα αυτά τα πρόσωπα να αναδύονται μέσα από ένα μαύρο φόντο, ντυμένα με το μαύρο ράσο και το σκούφο του μοναχού.

Η αντίθεση μεταξύ φωτός και σκότους αναδεικνύει τη δύναμη και το κάλλος των μορφών, που, όπως γράφει ο Μιχάλης Κοπιδάκης: «δεν πηγάζει από τα αρμονικά χαρακτηριστικά, αλλά είναι το απείκασμα του εσωτερικού αγώνα για την καθυπόταξη των οκτώ ολεθρίων λογισμών».

Αυτό είναι το δεύτερο επίπεδο στο οποίο μπορεί να καταδυθεί ο φιλότεχνος, κάτι που δηλώνει ότι ο Μαράβας έχει οικειωθεί την τέχνη της εικόνας και όλη την ορθόδοξη αγιογραφική παράδοση, όπου το κάλλος της μορφής δεν παραπέμπει στην αρμονία των εξωτερικών χαρακτηριστικών, όπως συμβαίνει στην αρχαία ελληνική τέχνη, αλλά εκπηγάζει από το φως που εκπέμπεται από μια ύπαρξη που έχει μεταμορφωθεί και κατακλυστεί από το φως του Χριστού.

Έτσι, τα εικονιζόμενα φωτεινά πρόσωπα των μοναχών, τα ελλαμφθέντα από το θείο φως, νικούν τελικά το σκότος, καθότι έχουν διέλθει τη θύρα της μετάνοιας: «ἡ γὰρ μετάνοια θύρα ἐστὶν έξάγουσα ἀπὸ τοῦ σκότους καὶ εἰσάγουσα εἰς τὸ φῶς.» (Vladimir Lossky, Η μυστική θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, σ. 261). Η φωτεινότητα των προσώπων των μοναχών, που διαφαίνεται έντονα στο βλέμμα τους, αναδεικνύει ψυχές νήφουσες και γρηγορούσες, οι κινήσεις των χεριών τους που σπεύδουν να επιτελέσουν το διακόνημά τους υποδηλώνει πρόσωπα που δεν τα έχει καταλάβει ο ύπνος της ψυχής, αλλά περιπατούν «ως τέκνα φωτός», γιατί έχουν την εμπειρία του ακτίστου φωτός.

Το φως αυτό δεν είναι μια αισθητή πραγματικότητα. Και, παρόλο που πληροί και τον νου και τις αισθήσεις, υπέρκειται και των αισθήσεων και του νοός, γράφει και πάλι ο V. Lossky.

Ο Γιάννης Μαράβας κατόρθωσε με τον χρωστήρα του, και μόνο με δυο χρώματα, να αναδείξει όλο τον αγώνα των μοναχών, τον εσωτερικό και εξωτερικό, για τη διακονία των αδελφών, την κάθαρση και τον φωτισμό. Ο υπότιτλος της Έκθεσης «Δεόμενοι και διακονούντες» είναι δηλωτικός αυτού του αγώνα, αφού ο μοναχός δυο όπλα έχει στη διάθεσή του: την προσευχή και τη διακονία.

Ο ζωγράφος, ακολουθώντας τη διδαχή της βυζαντινής εικόνας, της οποίας είναι άριστος γνώστης, έστρεψε όλη του την τέχνη στην αποτύπωση στον καμβά και ανάδειξη των προσώπων, με μια εξπρεσιονιστική διάθεση. Η τέχνη του έτσι παύει να είναι τέχνη απλώς απεικονιστική και γίνεται τέχνη εξόχως πνευματική, η οποία ανατρέχει στο βάθος της ψυχής ανθρώπων που έχουν ταχθεί στον αγώνα της υπέρβασης του μαύρου φωτός υπέρ του αγγελικού.

Το αγγελικό φως μάς δίδει το δικαίωμα να πούμε ότι το μαύρο φως, ως αντίθετο προς το αγγελικό, ταυτίζεται με το δαιμονικό. Ο μοναχός, λοιπόν, αποτάσσεται το δαιμονικό φως, χωρίς και να το εξαφανίζει εντελώς, και συντάσσεται με το αγγελικό φως, καθώς είναι ντυμένος με το αγγελικό σχήμα. «Παίζει» με το φως και το σκοτάδι ο Μαράβας, βουτώντας στο απύθμενο βάθος του προσώπου, που το βλέπει στραμμένο ταυτόχρονα στην υπερβατική και την εγκόσμια διάστασή του.

Ο Σεφέρης στο ποίημά του «Ελένη» διερωτάται: «τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ αναμεσό τους;». Ίσως μπορούμε να υποθέσουμε ότι το «θεός» αναφέρεται στο «αγγελικό φως», το «μη θεός» στο «μαύρο φως» και το «αναμεσό τους» στον άνθρωπο, που βρίσκεται «μεταξύ» θεού και θηρίου, όπως λέει ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» του (1253a, 29).

Ο μοναχός, υπ’ αυτή την έννοια, αγωνίζεται να ανάψει μέσα του το αγγελικό φως, δηλαδή να ελλαμφθεί από το θείο φως, που είναι και ο τελικός σκοπός της ζωής του.

Η τέχνη του Γιάννη Μαράβα είναι μια τέχνη που διδάσκει ότι δεν χρειάζονται πολλά χρώματα ούτε πολλά φώτα, για να αναδειχθεί η ουσία των πραγμάτων. Γνωρίζοντας την ζωγραφική παράδοση του τόπου του κι έχοντας πνευματικό βάθος αλλά και προικισμένος με το τάλαντο, που το καλλιέργησε σαν τον καλό υπηρέτη της παραβολής, έδωσε, με τα έργα που εκθέτει στο Μουσείο Ιερών Εικόνων και Κειμηλίων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης, ένα δείγμα της τέχνης εκείνης που δεν αποβλέπει στο να δελεάσει και να γοητέψει τον θεατή με τα φανταχτερά χρώματα ή τη ρεαλιστική απεικόνιση των πραγμάτων, αλλά που θέλει να τον εισαγάγει σ’ ένα κόσμο όπου τον πρώτο λόγο τον έχει η ωραιότης των προσώπων, όπως αυτή αναδύεται από τον «μέσα κόσμο», τον κόσμο της καρδιάς.

Η τέχνη του Γιάννη Μαράβα είναι τέχνη καρδιακή, τέχνη που δεν συγκινεί απλώς, αλλά δίνει το στίγμα μιας πνευματικότητας όλο φως. Σε μια εποχή μάλιστα με πολύ σκοτάδι και διάλυσης του ανθρώπινου προσώπου, όπως είναι η δική μας, ο Μαράβας μάς υπενθυμίζει ότι πρέπει να ξαναβρούμε το ανθρώπινο πρόσωπο μέσα στο φως του πνεύματος και στη διακονία της αγάπης.