Το τέλος της ευημερίας

Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων πώς ακριβώς θα εξελιχθεί ο παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος που κήρυξε επίσημα πλέον ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Μπορούμε όμως να είμαστε σίγουροι για ένα-δυο πράγματα που θα δούμε να συμβαίνουν και τίποτα απ’ αυτά δεν είναι ευχάριστο.

Πρώτ’ απ’ όλα, ουδείς θα εξέλθει αλώβητος. Μπορεί σε βάθος χρόνου κάποιος ή κάποιοι μεγάλοι παίκτες να ωφεληθούν, όμως βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα όλοι θα πληρώσουμε ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κόστος. Κόστος που καταρχάς θα είναι ασφαλώς οικονομικό, και θα αφορά το εισόδημα, την αγοραστική δύναμη και συνολικά τη φέρουσα ικανότητα των οικονομικών συστημάτων μας.

Οι πρώτοι που θα κληθούν να πληρώσουν το κόστος είναι οι ίδιοι οι Αμερικανοί, δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία. Θα υπάρξει πιθανότατα ύφεση, θα υπάρξουν απολύσεις, το 98% των μέσων και χαμηλών εισοδηματικά πολιτών θα γίνουν φτωχότεροι, καθώς ο πληθωρισμός θα εδραιωθεί. Οι ένθερμοι ψηφοφόροι του Τραμπ στα προάστια των πόλεων και στην ατέλειωτη ύπαιθρο της Αμερικής θα πληρώσουν ένα καθόλου αδιάφορο τίμημα.

Ο τρόπος με τον οποίο οι υπόλοιπες παγκόσμιες οικονομικές δυνάμεις θα αντιδράσουν δεν είναι ακόμα σαφής, όμως μην έχουμε αυταπάτες. Κανείς μας δεν θα μείνει ανεπηρέαστος. Το αν, εδώ στην περιφέρεια της περιφέρειας, θα ποδοπατηθούμε ως βατράχια από τα βουβάλια που τσακώνονται ή θα έχουμε μικρότερο αντίκτυπο όντες λιγότερο ολοκληρωμένοι στο διεθνές σύστημα, θα φανεί.

Η ευημερία μέσα στην οποία μάθαμε να ζούμε καθώς περνούσαν οι μεταπολεμικές και ειδικά οι μεταψυχροπολεμικές δεκαετίες πρέπει να θεωρείται παρελθόν. Δύσκολα θα επανέλθουμε στην ανοιχτή παγκοσμιοποίηση στο ορατό μέλλον. Και αναπόφευκτα, νέες μορφές συναλλαγών και εμπορικών σχέσεων θα κάνουν την εμφάνισή τους μέσα στο ήδη άναρχο και απορρυθμισμένο διεθνές σύστημα.

Κοινώς, βρισκόμαστε σε μια κατάσταση ανάλογη εκείνης που πέρασε ο πλανήτης πριν περίπου 110 χρόνια. Εκείνη γέννησε μια τριακονταετία πολέμων, ύφεσης και ολοκληρωτισμού, με συνέπειες για πάνω από οχτώ δεκαετίες. Κανείς λοιπόν δεν μπορεί να προδικάσει τι θα φέρει η νέα περιοριστική συγκυρία. Η οποία όμως δεν ξεκίνησε χθες, έστω κι επισημοποιήθηκε. Η φάση αυτή έχει ξεκινήσει εδώ και πάνω από μια δεκαετία, τουλάχιστον από την εποχή της προεδρίας του Μπαράκ Ομπάμα και ήταν αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης που προκάλεσε η κατάρρευση της Λήμαν Μπράδερς.

Είναι σαφές, ή μάλλον πρέπει να είναι, ότι ως χώρα επίσης θα επηρεαστούμε από όλα αυτά. Εξίσου όμως σαφές είναι ότι είναι ευτύχημα που αυτές τις δονήσεις τις δεχόμαστε όχι μόνοι, αλλά ως ισότιμα μέλη της ευρωπαϊκής οικονομικής ζώνης, με ένα ιδιαίτερα ισχυρό νόμισμα και συνδεδεμένοι με ισχυρές οικονομικές δυνάμεις. Παράλληλα όμως είναι καλό να μην παραμελούμε όλα αυτά που μας δίνουν ευελιξία και κάποια ελευθερία κινήσεων, την εθνική μας παραγωγή και όλες τις οικονομικές σχέσεις που μπορούμε να αναπτύξουμε.

Οι γέφυρες που έχουμε με τις οικονομικές ζώνες έξω από την Ευρώπη πρέπει να μείνουν ισχυρές, χωρίς να βλάψουμε ωστόσο τους δεσμούς μας με το ευρωπαϊκό σύστημα, αλλά όσο είναι δυνατόν και με την Ουάσιγκτον, για την οποία η Ελλάδα διατηρεί την προοπτική ενός ευέλικτου περιφερειακού κόμβου επενδύσεων στην ενέργεια και άλλα πεδία. Κοινώς, χρειάζεται η μέγιστη δυνατή σοβαρότητα, σύνεση και ευελιξία.

Τίποτα από αυτά δεν είναι καμιά ιδιαίτερη σοφία, ούτε διεκδικούν τέτοιες δάφνες. Είναι όμως το πλαίσιο αρχών που χρειαζόμαστε και πρέπει να το επαναλαμβάνουμε σε κάθε ευκαιρία. Το σοβαρό μειονέκτημά μας είναι ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα αδύναμη συγκυρία. Και αυτό από μόνο του είναι λόγος για να εντείνεται η ανησυχία μας…