Γιατί συρρικνώνεται ο κρητικός αμπελώνας

Η Κρήτη είναι μια από τις περιφέρειες με τη μεγαλύτερη αρνητική μεταβολή στην έκταση οιναμπέλων, στην οποία καταγράφεται μείωση 4.729,2 στρεμμάτων σε σχέση με τις χορηγηθείσες άδειες φύτευσης. Αντίστοιχα, σημαντικές απώλειες παρατηρούνται στην Πελοπόννησο (-9.066,2 στρ.), Κεντρική Ελλάδα (-3.052,4 στρ.), Δυτική Ελλάδα (-2.863,9 στρ.) και Κεντρική Μακεδονία (-1.378,9 στρ.). Οι αριθμοί αυτοί υποδηλώνουν ασυμφωνία μεταξύ των αδειών φύτευσης και των πραγματικά καλλιεργούμενων εκτάσεων.

Συνολικά, η έκταση των οιναμπέλων στην Ελλάδα αυξήθηκε μόλις κατά 2.995,2 στρέμματα το 2024, φτάνοντας τα 649.274,6 στρέμματα, σύμφωνα με την απογραφή της 31ης Ιουλίου 2024. Η αύξηση αυτή κρίνεται μικρότερη του αναμενόμενου, αφού η μέση ετήσια επιφάνεια νέων αμπελώνων βάσει αδειών φύτευσης τα προηγούμενα τρία χρόνια ανέρχεται στα 6.200 στρέμματα. Η ΚΕΟΣΟΕ σημειώνει πως η απουσία στοιχείων ανά έτος δυσχεραίνει την ακριβή αποτίμηση της εφαρμογής του συστήματος των αδειών φύτευσης, το οποίο ισχύει από το 2016.

Αναλύοντας τις κατηγορίες των φυτεύσεων ανάλογα με τον τύπο οίνου που παράγουν, προκύπτει ότι οι καθαρές εκτάσεις με ποικιλίες που παράγουν οίνους ΠΟΠ (Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης) ανέρχονται σε 131.764,1 στρέμματα, ποσοστό 20,29% επί του συνόλου. Η παραγωγή ΠΟΠ οίνων αντιστοιχεί στο 10,51% της συνολικής οινοπαραγωγής του 2023.
Οι μεγαλύτερες εκτάσεις, 416.805,3 στρέμματα ή 64,20% του συνόλου, αντιστοιχούν σε ποικιλίες ΠΓΕ (Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης), με την παραγωγή ΠΓΕ οίνων να φθάνει το 25,91% το 2024 (έναντι 27,03% το 2023).

Τέλος, οι εκτάσεις με ποικιλίες για παραγωγή οίνων χωρίς Γεωγραφική Ένδειξη, περιλαμβανομένων και των ποικιλιακών, φτάνουν τα 100.705,2 στρέμματα (15,55%), ενώ η αντίστοιχη παραγωγή τους αντιστοιχεί στο 63,47% της συνολικής οινοπαραγωγής.

Τα στοιχεία δείχνουν μια ασυμφωνία μεταξύ των διοικητικών αδειών και της πραγματικής ανάπτυξης των αμπελώνων, με τις περιοχές όπως η Κρήτη και η Πελοπόννησος να βρίσκονται στο επίκεντρο της αρνητικής τάσης.

Οι λόγοι για την νέα πραγματικότητα στην Κρήτη

Η κατάσταση στην Κρήτη αποτελεί, όπως τονίζουν στην Πατρίς τοπικοί παραγωγοί, μια πραγματικότητα που οφείλεται σε μια σειρά πολιτικών επιλογών και παραλείψεων των τελευταίων 15 ετών. Σύμφωνα με τους ίδιους καταλυτικό ρόλο έχουν διαδραματίσει σειρά γεγονότων. Για παράδειγμα η περίοδος 2016-2019 ήταν καταλυτική, καθώς τότε επιβλήθηκε ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στο κρασί. Το μέτρο αυτό δημιούργησε σοβαρές οικονομικές πιέσεις στους παραγωγούς, οι οποίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με επιπλέον κόστη και μειωμένη ανταγωνιστικότητα.
Παράλληλα, οι εκτεταμένες ελληνοποιήσεις κρασιών έχουν υπονομεύσει την αξιοπιστία και τη ζήτηση για το ελληνικό, και ειδικά το κρητικό, κρασί. Τα τελευταία χρόνια, εισάγονται κατά μέσο όρο στην Ελλάδα 40.000-50.000 τόνοι κρασιού από χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ιταλία και η Ισπανία — κρασιά υποβαθμισμένης ποιότητας, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις βαφτίζονται ελληνικά. Από αυτή την ποσότητα, τουλάχιστον 10.000 τόνοι διοχετεύονται στην Κρήτη, πλήττοντας άμεσα την τοπική παραγωγή και μειώνοντας περαιτέρω την αξία του ντόπιου κρασιού.
Την ίδια στιγμή, η απουσία στρεμματικών ενισχύσεων για τα αμπέλια και η έλλειψη βασικών υποδομών – κυρίως υδατικών πόρων – ειδικά στις άνυδρες περιοχές του νησιού, επιδεινώνουν τη βιωσιμότητα της καλλιέργειας. Το αμπέλι είναι μια απαιτητική καλλιέργεια με πολλές εργατοώρες, όμως δεν στηρίχθηκε ουσιαστικά από τη νέα ΚΑΠ, με ενίσχυση μόλις 35 ευρώ ανά στρέμμα. Αυτή η ανισορροπία, σε σύγκριση με άλλες καλλιέργειες όπως τα θερμοκήπια, οδηγεί τους νέους μακριά από τον πρωτογενή τομέα. Οι επόμενες γενιές εγκαταλείπουν την αμπελουργία, καθώς δεν βλέπουν προοπτική ή στήριξη.

Ποιοι καλλιεργούν τις υπάρχουσες εκτάσεις

Πλέον, τα αμπέλια στην Κρήτη έχουν περιοριστεί κυρίως σε επαγγελματίες οινοποιούς και ελάχιστους αγρότες που διατηρούν μικρές εκτάσεις. Ο θεσμός του παραδοσιακού αμπελουργού, που κάποτε χαρακτήριζε τον κρητικό αγροτικό πολιτισμό, φθίνει ραγδαία. Η καλλιέργεια του αμπελιού τείνει να εξαφανιστεί από το νησί, καθώς δεν υπάρχει ουσιαστική πολιτική βούληση και κρατική στήριξη για τη διατήρηση και ανανέωσή της. Χωρίς ένα συγκροτημένο σχέδιο για την αμπελουργία, η Κρήτη κινδυνεύει να χάσει ένα βασικό στοιχείο της αγροτικής της ταυτότητας.